Ομοφυλογονεϊκότητα: η άποψη της ψυχολογίας[1]
Θα αναφερθώ σε
ένα άρθρο το οποίο δημοσιεύτηκε στις 31 Ιανουαρίου 2013, στη γαλλική εφημερίδα LIBERATION, με τίτλο, «Ομοφυλογονεϊκότητα: η άποψη της ψυχολογίας» (Homoparentalité :
ce que dit la psychologie). Το κείμενο αυτό υπογράφουν τρεις καθηγητές
ψυχολογίας του πανεπιστημίου της Aix-Marseille (Εξ Μαρσέιγ, Γαλλία): η Marianne Jover, ο Patrick Perret και η Carole Tardif.
Σας υπενθυμίζω
ότι στις 17 Μαΐου 2013, ψηφίστηκε ο νόμος που επιτρέπει την τέλεση πολιτικού
γάμου ομοφυλόφιλων ζευγαριών στη Γαλλία. Η γαλλική νομοθεσία δεν απαγορεύει την
υιοθεσία από ομοφυλόφιλους γονείς, αλλά η διαδικασία φαίνεται να είναι
χρονοβόρα και περίπλοκη. Το άρθρο αυτό, λοιπόν, δημοσιεύτηκε μερικούς μήνες
πριν την ψήφιση του νόμου αυτού στη Γαλλία, και ήταν αναμενόμενο, όπως σήμερα
συμβαίνει και στον Ελλαδικό χώρο, να συζητείται το όλο θέμα σε διάφορα επίπεδα:
πολιτικό, νομικό, εκκλησιαστικό, κοινωνικό, ηθικό, ακαδημαϊκό, κ.λπ.
Οι τρεις συγγραφείς, εισάγοντας το επίμαχο θέμα της «Ομοφυλογονεϊκότητας» (ομοφυλόφιλοι
γονείς), υπογραμμίζουν ευθύς εξαρχής το γεγονός ότι η ομοφυλοφιλική γονεϊκότητα
εγείρει επιχειρήματα που άπτονται της ψυχολογίας του παιδιού, τα οποία συχνά
βασίζονται σε πιστεύω και πεποιθήσεις. Η ομοφυλοφιλική γονεϊκότητα, σημειώνουν,
αποτελεί μια άτυπη συνθήκη και, ως εκ τούτου, είναι απαραίτητο να ανατρέξομε στις
έρευνες που έχουν διεξαχθεί επί του θέματος αυτού, για να κατανοήσουμε καλύτερα
τις συνθήκες υπό τις οποίες είναι πιθανό να επηρεάσει την αναπτυξιακή πορεία
του παιδιού.
Οι συγγραφείς αναφέρονται καταρχάς στον Αμερικανικό Ψυχολογικό Σύλλογο
(APA), ο οποίος, το 2004, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ομοφυλόφιλοι
γονείς γυναίκες και οι ομοφυλόφιλοι γονείς άνδρες δεν διαφοροποιούνται από τους
ετεροφυλόφιλους γονείς, όσον αφορά την ικανότητά τους να παρέχουν ένα
υποστηρικτικό περιβάλλον στο παιδί τους. Η διαπίστωση αυτή βασίζεται σε μεγάλο
αριθμό ερευνών που δείχνουν ότι η σεξουαλική ταυτότητα, η ακαδημαϊκή επιτυχία,
η συχνότητα των ψυχολογικών διαταραχών και η ποιότητα των κοινωνικών σχέσεων
των παιδιών που μεγαλώνουν από ομοφυλόφιλους γονείς δεν διαφέρουν από εκείνες
των παιδιών που μεγαλώνουν από ετεροφυλόφιλους γονείς. Για τους συγγραφείς
αυτών των ερευνών, όπως η Charlotte Patterson, η
ανάπτυξη των παιδιών δεν συνδέεται με τον σεξουαλικό προσανατολισμό των γονέων
τους.
Σε μετέπειτα έρευνες που είδαν το φως της δημοσιότητας το 2012, εγείρονται
νέα ερωτήματα μετά τη δημοσίευση στοιχείων σχετικά με την ψυχολογική και
κοινωνική λειτουργικότητα των ενηλίκων σε συνάρτηση με το οικογενειακό πλαίσιο
στο οποίο μεγάλωσαν. Σύμφωνα με τη μελέτη του Mark Regnerus, οι
ενήλικες που μεγάλωσαν σε συγκεκριμένα οικογενειακά σχήματα, όπως η υιοθεσία,
οι ανασυγκροτημένες οικογένειες (famille recomposée), οι μονογονεϊκές
οικογένειες, η χηρεία ή η ομοφυλοφιλία, διαφέρουν από εκείνους που μεγάλωσαν με
τους βιολογικούς τους γονείς, οι οποίοι εξακολουθούσαν να ζουν ως ζευγάρι κατά
τη στιγμή της έρευνας. Λαμβάνουν περισσότερο κοινωνική ενίσχυση, έχουν
χαμηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης
και παρουσιάζουν αυξημένο ρίσκο εκδήλωσης κατάθλιψης. Οι ενήλικες που
μεγάλωσαν με έναν ή δύο ομοφυλόφιλους γονείς έχουν παρόμοιο προφίλ με εκείνους
που μεγάλωσαν με μία μόνο ετεροφυλόφιλη ανύπαντρη μητέρα κατά τη στιγμή της
γέννησής τους, είτε αυτή παντρεύτηκε είτε παρέμεινε μόνη. Η απουσία επιστημονικής
βεβαιότητας δεν μας επιτρέπει λοιπόν να εξάγομε κανένα συμπέρασμα σχετικά με
την επίδραση του σεξουαλικού προσανατολισμού των γονέων στην ψυχολογική
ανάπτυξη του παιδιού.
Ωστόσο, οι τρεις αρθρογράφοι καθηγητές, δηλώνουν ότι, η αναπτυξιακή
ψυχολογία καθιστά δυνατή την αντιμετώπιση αυτών των αντιφατικών αποτελεσμάτων
εξετάζοντας τις συνθήκες υπό τις οποίες η ομοφυλογονεϊκότητα είναι πιθανό να
επηρεάσει το μέλλον του παιδιού. Ο κλάδος αυτός της ψυχολογίας δίνει έμφαση στη
λειτουργία του ατόμου και στις μεταβολές που συντελούνται σύμφωνα με την ηλικία
και τις εμπειρίες του. Για τον Arnold Sameroff, ένας
από αυτούς που εκπροσωπούν την αναπτυξιακή ψυχολογία, η γνωστική,
συναισθηματική, κοινωνική, αισθητηριακή και κινητική ανάπτυξη είναι μια διεργασία
συναλλαγής (processus transactionnel) που προκύπτει από συνεχείς αμοιβαίες
προσαρμογές μεταξύ των χαρακτηριστικών του παιδιού και εκείνων του
περιβάλλοντός του. Η ποικιλομορφία των αναπτυξιακών διαδρομών, ακόμη και εντός
των οικογενειών με ομοφυλόφιλους γονείς, είναι τεράστια και οι ερευνητές πρέπει
να εντοπίσουν τις πηγές αυτής της ποικιλομορφίας.
Κατ' αρχάς, οι συνθήκες υπό τις οποίες συλλαμβάνονται τα παιδιά
ποικίλλουν: ορισμένα γεννιούνται από προηγούμενη ετεροφυλόφιλη σχέση, ενώ άλλα
είναι αποτέλεσμα ενός σχεδίου που πραγματοποιείται από ένα ζευγάρι με τη χρήση
της ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής ή υιοθεσίας. Οι έρευνες έχουν δείξει ότι
τα πρώτα παιδιά παρουσιάζουν περισσότερες αναπτυξιακές δυσκολίες από τα
δεύτερα. Κατόπιν, είναι δύσκολο να διαχωριστεί, σε σχέση με το ιστορικό των
παιδιών, τι προέρχεται από τις εμπειρίες της ζωής των γονέων και τι από τον
σεξουαλικό τους προσανατολισμό. Για παράδειγμα, μια μη ικανοποιητική
ετεροφυλοφιλική σχέση ή ένα καθυστερημένο coming out[2] μπορεί να είναι πηγή αστάθειας και κακών
σχέσεων μέσα στην οικογένεια, γεγονός που μπορεί να εξηγεί τις διαφορές που
παρατηρούνται μερικές φορές μεταξύ των παιδιών με ομοφυλόφιλο γονέα και εκείνων
με ετεροφυλόφιλους γονείς.
Τέλος, τα παιδιά που ζουν με δύο ενήλικες του ίδιου φύλου εκτίθενται
πολύ συχνά στην κοινωνική κριτική και την ομοφυλοφοβία (ομοφοβία). Οι ίδιοι οι
ομοφυλόφιλοι γονείς υποφέρουν μερικές φορές από έλλειψη υποστήριξης από την
οικογένειά τους, την εργασία τους ή από τους θεσμούς. Ο τρόπος με τον οποίο η
κοινωνία αντιμετωπίζει την ομόφυλη οικογένεια είναι επομένως καθοριστική για το
μέλλον του παιδιού.
Έτσι λοιπόν, η ανάπτυξη των παιδιών ομοφυλόφιλων γονέων περιλαμβάνει
ζητήματα που δεν συνδέονται με τον σεξουαλικό προσανατολισμό των γονέων
καθαυτό, αλλά μάλλον με τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν στις επιλογές τους.
Συνεπώς, οι έρευνες σχετικά με τα παιδιά που μεγαλώνουν με ενημερωμένους
ομοφυλόφιλους γονείς, σε ένα προστατευμένο κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον στην
πόλη, αδυνατούν να αποδείξουν την όποια επίδραση της ομοφυλοφιλίας των γονέων
στα παιδιά τους.
Οι τρεις
συγγραφείς του άρθρου αυτού, η Marianne Jover, ο Patrick Perret και η Carole Tardif, καταλήγουν ή καλύτερα θα λέγαμε ότι ανοίγουν
το κεφάλαιο αυτό και δηλώνουν κατά τρόπο επιτακτικό ότι, ελλείψει
ερευνών για την καλύτερη κατανόηση της ανάπτυξης αυτών των παιδιών και για τον
εντοπισμό των παραγόντων ευπάθειας (παράγοντες που συμβάλουν στο να είναι
ευάλωτα αυτά τα παιδιά) και προστατευτικών παραγόντων, καθίσταται απαγορευτικό
να προδικάσουμε αυτά τα παιδιά, στηριζόμενοι σε αβάσιμους ισχυρισμούς ότι θα
αναπτύξουν μία ψυχοπαθολογία ή κοινωνικά θα είναι δυσπροσάρμοστα. Η συζήτηση που
διεξάγεται γύρω από τον “γάμο για όλους και την ομοφυλογονεϊκότητα’’(le mariage pour tous et l’homoparentalité) [οι συγγραφείς αναφέρονται
στις συζητήσεις που διεξάγονται στην Γαλλία, πριν την ψήφιση του εν λόγω νόμου],
εφόσον καταφεύγει σε επιχειρήματα που αφορούν την ευημερία και την ψυχική
ισορροπία του παιδιού, οφείλει να κινηθεί προς αυτή την εποικοδομητική
κατεύθυνση, και η αναπτυξιακή ψυχολογία θα μπορούσε αναμφίβολα να συμβάλει στον
σκοπό αυτό.
[1] Παρουσίαση του άρθρου από Νίκο ΑΓΑΘΟΚΛΕΟΥΣ, Ανώτερος
Κλινικός Ψυχολόγος
-
Diplôme d’Études Supérieures Spécialisées. Psychologie clinique et pathologique (D.E.S.S., troisième cycle d’études) / Ανώτατο
Εξειδικευμένο Δίπλωμα στην Κλινική Ψυχολογία και Ψυχοπαθολογία (3ος κύκλος
σπουδών) - Psychologie Médicale (diplôme spécialisé en médecine) / Ιατρική Ψυχολογία (εξειδικευμένο δίπλωμα ιατρικής) - Médecine Légale Psychiatrique et Criminologie Clinique (diplôme spécialisé en médecine) / Δικανική Ψυχιατρική & Κλινική Εγκληματολογία
(εξειδικευμένο δίπλωμα ιατρικής). (Université Lumière Lyon 2 & Université de Médecine Claude Bernard Lyon 1, France) / (Πανεπιστήμιο
Ανθρωπιστικών σπουδών Lumière Lyon 2, Λυών & Πανεπιστήμιο Ιατρικής Claude Bernard Lyon 1, Λυών, Γαλλία).