Σελίδες

Τετάρτη 30 Ιουλίου 2014

Επικινδυνότητα και ανθρωποκτονία

Νίκου Αγαθοκλέους
​Κλινική Ψυχολογία, Ψυχοπαθολογία, Ψυχανάλυση
-Diplôme d’Études Supérieures Spécialisées. Psychologie clinique et pathologique​ - 3ος Κύκλος σπουδών. 
​-​Maîtrise, Licence. Ψυχολογία - 2ος Κύκλος σπουδών. 
​-​D.E.U.G. Ψυχολογία - 1ος Κύκλος σπουδών
​(​Πανεπιστήμιο Ανθρωπιστικών Σπουδών Lumière Lyon 2​,  Λυών, Γαλλία )

​-​Ιατρική Ψυχολογία (A.E.U.)
​-​Δικανική Ψυχιατρική & Κλινική Εγκληματολογία (A.E.U.)
Πανεπιστήμιο Ιατρικής Claude Bernard Lyon 1, Λυών, Γαλλία) 


Εικόνα παρμένη από το Le journal des psychologues
Θα επιχειρήσω να καταθέσω κάποιες (γενικές) απόψεις γύρω από το ζήτημα της επικινδυνότητας, το οποίο από μόνο του, ενέχει μια υπερπολυπλοκότητα, και όχι μόνο, είναι άμεσα συναρτημένο με τις εκάστοτε οικογενειακές, κοινωνικές, πολιτικές συνθήκες…, για να μπορέσει να εκδηλωθεί.

Κατ’ αρχήν, ως προς το ερώτημα : "Ποιος μπορεί να καταστεί επικίνδυνος;" η απάντηση είναι μάλλον απλή: "Όλοι μας, δυνητικά τουλάχιστο, δυνάμεθα να καταστούμε επικίνδυνοι", φτάνει να βρεθούμε σε συνθήκες όπου συνυπάρχουν όλα εκείνα τα στοιχεία που θα μας οδηγούσαν στο να εκδηλώσουμε βίαιες, ανθρωποκτόνες συμπεριφορές (π.χ. να σκοτώσουμε κάποιον ή και τον εαυτό μας) ή "ακραίες" συμπεριφορές (π.χ. να προβούμε σε ανθρωποφαγία: τρανταχτό παράδειγμα είναι η περίπτωση του αεροπλάνου που συνετρίβη στα όρη των Άνδεων, και οι επιζήσαντες, για να επιβιώσουν, προέβησαν στην ανθρωποφαγία, τρώγοντας τους νεκρούς· κανείς ενδεχομένως από αυτούς, αν ερωτάτο πριν, κατά πόσο θα προέβαινε σε μια τέτοια πράξη, θα απαντούσε καταφατικά, και όχι μόνο, θα εκδήλωνε μάλλον μια απέχθεια.). Κατά τον ίδιο τρόπο, αν κάποιος μας ερωτούσε κατά πόσο θα μπορούσαμε να προβούμε σε ανθρωποκτονία, μόνο αηδία θα μπορούσε να μας προκαλούσε μια τέτοια ερώτηση. Και όμως…

Συνεπώς, είναι οι συνθήκες, έτσι όπως διαμορφώνονται, που οδηγούν κάποιο σε μια ακραία, απεχθή, κατά τ’ άλλα για την κοινωνία, πράξη. Και το να καταφεύγει κανείς σε ακραίες συμπεριφορές, η αιτία είναι πάντοτε λόγοι επιβίωσης, βιολογικής ή και ψυχικής επιβίωσης.

Ας αναφέρουμε εξ αρχής ότι, σύμφωνα με τις στατιστικές έρευνες, πολύ ολιγότερα είναι τα εγκλήματα που διαπράττονται από σοβαρά ψυχικά πάσχοντες σε σχέση με τον υπόλοιπο πληθυσμό, που δεν έχει διαγνωστεί με σοβαρή ψυχική ασθένεια. Και αυτό που ακούμε κάποιες φορές από ανθρώπους να λένε λαϊκά: «οι περισσότεροι τρελοί είναι έξω από τα φρενοκομεία!» έχει βάση, με την έννοια ότι είναι μύθος ότι τα εγκλήματα ως συνήθως διαπράττονται από άτομα με σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας. Η αλήθεια είναι ότι κινδυνεύουμε πολύ περισσότερο να χάσουμε τη ζωή μας από ανθρώπους με τους οποίους συνδεόμαστε συναισθηματικά και όχι από έναν άγνωστο, και αυτό, διότι, όπου δημιουργείται συναισθηματικός δεσμός (αυτό που λέμε "αγάπη", ταυτόχρονα εγκαθίσταται και το μίσος, και αν θέλουμε να είμαστε συγκεκριμένοι, η αγάπη γεννιέται μέσα από το μίσος, με την έννοια ότι το παιδί, μεγαλώνοντας, θα έχει να αντιμετωπίσει πρώτα το ζήτημα της καταστρεπτικότητας (του μίσους, δηλαδή  το μίσος προηγείται της αγάπης, απ’ όπου βαθμιδόν θα κάνει την εμφάνισή της η αγάπη για τους άλλους. Συνεπώς, το θέμα της καταστρεπτικότητας δύναται να "έχει το επάνω χέρι" και να εκδηλωθεί ενίοτε με ακραίο τρόπο, ο οποίος αφήνει άναυδους τους πάντες.

Πολλοί έχουν επιχειρήσει να ορίσουν την έννοια της «επικινδυνότητας», χωρίς όμως να έχει επιτευχθεί μία γενικά αποδεκτή συναίνεση από την επιστημονική κοινότητα. Ορισμένοι μελετητές διαχωρίζουν την «ψυχιατρική επικινδυνότητα» (η οποία σχετίζεται με τον τρόπο εκδήλωσης των συμπτωμάτων) από την «εγκληματολογική επικινδυνότητα» (η οποία περιλαμβάνει κατευθυνόμενη βία). Παρ' όλα αυτά, η ασάφεια γύρω από την έννοια αυτή παραμένει.

Όπως επισημαίνει ο Καθηγητής κλινικής ψυχολογίας και ψυχοπαθολογίας Jean-Luc Viaux: «Δυστυχώς, κανένα ψυχολογικό τεστ ή συνέντευξη δεν μπορεί να προβλέψει με ακρίβεια μία μελλοντική πράξη βίας. Η ανθρωποκτονία, ως ένα σπάνιο γεγονός, είναι πολύ πιο δύσκολο να προβλεφθεί σε σύγκριση με πιο συνήθη περιστατικά (π.χ. ενδοοικογενειακή βία), διότι οι πιθανότητες εμφάνισής της είναι εξαιρετικά χαμηλές» (Viaux Jean-Luc, 2011, Les expertises en psychologie légale, Edition du Journal des Psychologues).

Στις περιπτώσεις όπου οι κλινικοί ψυχολόγοι καλούνται να αξιολογήσουν την επικινδυνότητα ενός ατόμου, η χρήση ψυχοδιαγνωστικών προβολικών δοκιμασιών, όπως το T.A.T. (Thematic Apperception Test) και το Rorschach, θεωρείται απαραίτητη. Παράλληλα, η αξιολόγησή τους οφείλει, σύμφωνα με τον Viaux, να έχει τα εξής χαρακτηριστικά:

1.      Δραστική προσέγγιση: Να διερευνώνται συστηματικά οι διάφοροι παράγοντες που έχουν αποδειχθεί καθοριστικοί στη γένεση βίαιων συμπεριφορών.

  1. Εξελικτική ανάλυση: Να λαμβάνονται υπόψη οι εξελικτικές πτυχές της ιστορίας του ατόμου, οι οποίες μπορεί να επηρεάζουν τη συμπεριφορά του.
  2. Διαφοροποίηση των συνιστωσών επικινδυνότητας: Σύμφωνα με τον Steadman, η επικινδυνότητα μπορεί να αξιολογηθεί σε τρεις διαστάσεις:
    α) Παράγοντες κινδύνου: Παράγοντες που αυξάνουν την πιθανότητα εκδήλωσης επικίνδυνων συμπεριφορών.
    β) Προκληθείσα βλάβη: Η ένταση και η μορφή της βίας που έχει ήδη εκδηλωθεί, αν το άτομο έχει εμπλακεί σε βίαιες πράξεις.
    γ) Αποτίμηση επικινδυνότητας: Μία συνολική εκτίμηση της πιθανότητας να διαπράξει βίαιες πράξεις στο μέλλον.

Η πολυπλοκότητα της εκτίμησης της επικινδυνότητας αναδεικνύει την ανάγκη για πολυεπίπεδη και σχολαστική ανάλυση, ώστε να ελαχιστοποιηθεί η πιθανότητα εσφαλμένων προβλέψεων ή παρερμηνειών.

      Αξίζει να αναφέρουμε ότι το 2003, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, θέλοντας να καταδείξει τις αυθαιρεσίες που διαπράττονται γύρω από το ζήτημα της επικινδυνότητας, γράφει: « "Η έννοια της επικινδυνότητας" δεν μπορεί να αξιολογηθεί, λόγω του ό,τι είναι  "συναισθηματικά φορτισμένη και, από επιστημονικής άποψης, απολύτως αβάσιμη" » (αναφ. Viaux).
Ας σημειώσουμε παρενθετικά ότι η έννοια της επικινδυνότητας ενέχει τρεις ουσιαστικές λειτουργίες: 

1) μια μυθική λειτουργία, που αποσκοπεί στην προστασία μας από μια φαντασιωσική καταστροφή [που δεν υφίσταται δηλαδή στην πραγματικότητα]· 


2) μια εργαλειακή λειτουργία: να κατονομαστεί δηλαδή το κοινωνικό κακό ώστε να οριοθετηθεί και να απομονωθεί, να νομιμοποιηθεί ο εγκλεισμός της βίας και ο απάνθρωπός της χαρακτήρας,…


3) μια παραδειγματική λειτουργία, δηλαδή, απομονώνοντας τον φορέα της επικινδυνότητας, παραδειγματίζονται οι υπόλοιποι και έτσι αποκαθίσταται η διατάραξη της κοινωνικής συνοχής και το αίσθημα δικαίου (Bogopolsky Y., αναφ. Viaux).

Παρακάτω, θα ακολουθήσουμε την  Έκθεση Εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής Ενδοοικογενειακών Ανθρωποκτονιών του Πανεπιστημίου του Louval (Québec, Canada, 2012) αναφέροντας μόνο κάποια σημεία.  (http://publications.msss.gouv.qc.ca/acrobat/f/documentation/2012/12-803-02.pdf)

Σε ό,τι αφορά στις διάφορες μορφές ενδοοικογενειακών ανθρωποκτονιών, ας αναφέρουμε τις λεγόμενες «οικογενειοκτονίες» («famillicide»), των οποίων ο δράστης είναι (σχεδόν) κατ’ αποκλειστικότητα ο άνδρας, και τα θύματα είναι  η σύζυγος, ένα ή περισσότερα ή όλα τα παιδιά, και μπορεί να ακολουθήσει αυτοκτονία (πέραν του 50% των περιπτώσεων) του  συζύγου. Δεν είναι επίσης σπάνιο το φαινόμενο, κατά την οικογενειοκτονία, να δολοφονηθούν κατοικίδια ζώα. Όταν η αυτοκτονία πραγματοποιείται αμέσως μετά τις ανθρωποκτονίες, ορισμένοι συγγραφείς χρησιμοποιούν τον όρο «εκτεταμένη αυτοκτονία» («suicide élargie»).

Στις περιπτώσεις ‘‘οικογενειοκτονιών’’ συνήθως ο δράστης είναι ο πατέρας (πέραν του 80% των περιπτώσεων). Επίσης, η βία, η οποία ασκείται εντός της οικογένειας, αποτελεί στοιχείο υψηλού κινδύνου σε ό,τι αφορά στη διάπραξη ενδοοικογενειακών ανθρωποκτονιών. Πράγματι, η βία ανάμεσα στο ζεύγος βρίσκεται στην πρώτη γραμμή σε πάμπολλες περιπτώσεις ενδοοικογενειακών ανθρωποκτονιών και, κυρίως, στην ανθρωποκτονία συζύγου, παιδοκτονία και οικογενειοκτονία. Συνεπώς, ο γρήγορος εντοπισμός βίαιων καταστάσεων ανάμεσα στο ανδρόγυνο αποτελεί την καλύτερη πρακτική πρόληψη των καταστάσεων ενδοοικογενειακών ανθρωποκτονιών.  

Εξ άλλου, πέραν των μισών περιπτώσεων των ενδοοικογενειακών ανθρωποκτονιών διαπράττονται σε ένα περιβάλλον διάλυσης του γάμου μεταξύ των συζύγων, είτε ύστερα από δικαστική απόφαση (διαζύγιο) είτε εν αναμονή δικαστικής απόφασης (διάσταση). Έτσι, η ρήξη ανάμεσα στο ανδρόγυνο δεν γίνεται αποδεκτή συνήθως από τον σύζυγο που διαπράττει τις ενδοοικογενειακές ανθρωποκτονίες. Εκείνο που οι έρευνες φέρνουν στο φως είναι ότι πάμπολλοι δράστες ενδοοικογενειακών ανθρωποκτονιών βρίσκονται σε κατάσταση μεγάλης απόγνωσης. Στις γυναίκες, πολλές παιδοκτονίες διεπράχθησαν σε συνθήκες επιλόχειας κατάθλιψης (προγεννητικά και μεταγεννητικά). Στους άνδρες, που διαπράττουν ανθρωποκτονία συζύγου (homicide conjugal), παιδοκτονία και, στις περιπτώσεις που λαμβάνει ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις, οικογενειοκτονία, εντοπίζονται  καταθλιπτικά σημεία συνδεόμενα συχνά με πάμπολλες συσσωρευμένες απώλειες, μεταξύ αυτών κι ο χωρισμός, καθώς επίσης και απόγνωση. Έτσι, η χωρίς καθυστέρηση εντοπισμού  της κατάθλιψης και της απόγνωσης, ως υπόβαθρο διάπραξης οικογενειοκτονίας στους άνδρες – και κυρίως στις περιπτώσεις που αυτοί αυτοκτονούν στη συνέχεια - αποτελούν σπουδαίας σημασίας στοιχεία, σε ό,τι αφορά στην πρόληψη των ενδοοικογενειακών ανθρωποκτονιών. Οι περιπτώσεις των ανδρών αυτών που αυτοκτονούν μετά τις ανθρωποκτονίες, εμφανίζουν συχνά παρανοϊκά χαρακτηριστικά, και μια ελαφριά κατάσταση μέθης παρατηρείται κατά τη διάπραξη της οικογενειοκτονίας. Και επειδή, ως επί τω πλείστον, οι οικογενειοκτονίες διαπράττονται με πυροβόλα όπλα (διότι το όπλο διευκολύνει και απλουστεύει τα σχέδια του δράστη στο να πραγματοποιήσει την ανθρωποκτονία), η έγκαιρη διάγνωση της κατάθλιψης και απόγνωσης συνεπάγεται και την απαγόρευση κατοχής πυροβόλου όπλου (αλλά και τη δυσκολία πρόσβασης σε αυτό), πράγμα που μειώνει κατά 2,7 φορές τον κίνδυνο διάπραξης ενδοοικογενειακής ανθρωποκτονίας.

Οι εν λόγω σύζυγοι επιθυμούν «να πάρουν μαζί τους την οικογένειά τους», και είναι αυτό, που ορισμένοι συγγραφείς αποκαλούν «εκτεταμένη αυτοκτονία». Αυτοί οι άνδρες περιγράφονται ως «συναισθηματικά εξαρτώμενοι» από την σύζυγό τους, δεν εκδηλώνουν καμία βίαιη συμπεριφορά και ταυτίζονται σε βάθος με τον ρόλο του πατέρα. Επίσης, αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους ως πηγή φροντίδας και προστασίας της οικογένειάς τους. Συνεπώς, ο κίνδυνος είναι αυξημένος στη παρουσία διαφόρων δυσκολιών (οικονομικών, διαπροσωπικών προβλημάτων, διάλυση γάμου ή άλλων), ώστε ο σύζυγος να δράσει και να δολοφονήσει τη σύζυγό του και όλα τα  παιδιά του. Αυτοί οι άνδρες έχουν την εντύπωση ότι η κοινωνία είναι απάνθρωπη και δεν βλέπουν κανένα μέλλον ούτε στη σύζυγό τους ούτε στα παιδιά τους. Το βασικό κίνητρο της οικογενειοκτονίας είναι να τους «απαλλάξει» (τη σύζυγο και τα παιδιά) προφανώς από μια εξίσου δυστυχισμένη και καταπονημένη ζωή.


***







Ομάδες εποπτείας της επαγγελματικής άσκησης των κλινικών ψυχολόγων


Νίκου Αγαθοκλέους

ΥΠΕΡΕΣΙΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΩΝ ΥΠΟΔΕΙΞΕΩΝ  
Γενική διαπίστωση είναι ότι,  οι πλείστοι, αν όχι όλοι, των κλινικών ψυχολόγων έχουν ανάγκες κλινικής εποπτείας και μάλιστα κατά τρόπο θεσμοθετημένο.

Ουσιαστικά, η κλινική εποπτεία παραπέμπει στην ανάλυση της καθημερινής άσκησης του επαγγέλματος του κλινικού ψυχολόγου, όχι μόνο ανάμεσα στον ίδιο και τους ασθενείς του, αλλά και ανάμεσα στους άλλους επαγγελματίες ψυχικής υγείας με τους οποίους συνεργάζεται και, εν γένει, στην ανάλυση της επίδρασης που έχει ο θεσμός  (μέσα από τον οποίο προσφέρει τις υπηρεσίες του) επί των καθημερινών κλινικών του παρεμβάσεων, όποιες και να είναι αυτές.

Παρακάτω σκιαγραφείται το πλαίσιο οργάνωσης και λειτουργίας τέτοιων ομάδων, καθώς επίσης και κάποιες θεμελιώδεις  αρχές  που διέπουν το πλαίσιο τους (στο wikipedia, υπό τον τίτλο: analyse des pratiques. Στο παρών  κείμενο γίνεται αναφορά στο επάγγελμα του ψυχολόγου).

Η εποπτεία της επαγγελματικής άσκησης πραγματοποιείται σε ένα πλαίσιο περισσότερο  ομαδικό παρά ατομικό, γι’αυτό και διεθνώς μιλάμε για «ομαδική εποπτεία» ( ή ανάλυση)  της επαγγελματικής άσκησης,  η οποία θέτει ως στόχο στο να επιτρέψει  στους συμμετέχοντες να αναπτύξουν μια στάση περισυλλογής για αυτά που κάνουν ή δεν κάνουν.

Πώς θα ξε-μπλέξω..; 
Στην περίπτωση των κλινικών ψυχολόγων, το πλαίσιο αυτό δηλώνει μια μέθοδο βελτίωσης και, εν γένει, επαγγελματικής ανάπτυξης, που βασίζεται στην εποπτεία (ανάλυση) των επαγγελματικών εμπειριών - όποιες και να είναι αυτές - , είτε είναι πρόσφατες είτε βρίσκονται σε εξέλιξη - και  οι οποίες παρουσιάζονται από τους συμμετέχοντες της ομάδας· εξυπακούεται ότι η  ομάδα συγκροτείται μόνο από κλινικούς ψυχολόγους. 

Οι ομάδες αυτές  δεν είναι ψυχοθεραπευτικές : το υλικό το οποίο παρουσιάζεται από τους κλινικούς ψυχολόγους σχετίζεται άμεσα με την άσκηση του επαγγέλματός τους  και της επαγγελματικής τους ταυτότητας και όχι της προσωπικής τους ζωής. Με άλλα λόγια, στις ομάδες αυτές επεξεργάζεται  το ‘‘πώς εμπλέκεται ο κλινικός ψυχολόγος στις επαγγελματικές του πράξεις’’.


Τι εννοούμε όταν λέμε εποπτεία της άσκησης (των κλινικών πράξεων) του κλινικού ψυχολόγου και τι εννοούμε επίσης με τον όρο άσκηση του επαγγέλματος του κλινικού ψυχολόγου;

Παραθέτουμε μερικά σημεία :

  1. Αυτά  που κάνει ο κλινικός ψυχολόγος και για τα οποία δε μιλά, διότι δεν ανταποκρίνονται κατ’ ανάγκη σ’ αυτά που του έχουν υποδειχθεί (ανατεθεί) να κάνει.

  1. Αυτά που επιθυμεί να πραγματοποιήσει και του παρουσιάζονται εμπόδια στο να τα πραγματοποιήσει : αφορά εμπόδια (από όπου και αν προέρχονται) που προβάλλονται στην άσκηση του επαγγέλματος του κλινικού ψυχολόγου  και ζητήματα σχετιζόμενα  με το επαγγελματικό του ιδεώδες.

  1. Αυτά που κάνει, αλλά δε θέλει να κάνει.

  1. Αυτά που κάνει χωρίς πραγματικά να συνειδητοποιεί ότι τα κάνει, είτε, διότι τον βολεύει καλύτερα να μην τα γνωρίζει είτε, διότι αυτά που κάνει είναι τόσο «ενσωματωμένα» μέσα του, ώστε να μη τα αναγνωρίζει πλέον ως ιδιαίτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα του τρόπου των παρεμβάσεών του.

Βασικές αρχές που διέπουν τις  ομάδες εποπτείας.

  1. Το αίτημα των συμμετεχόντων.

Κατ’ αρχήν, αυτό που αποτελεί αναγκαιότητα  είναι το αίτημα του κλινικού ψυχολόγου : ο κλινικός ψυχολόγος εκδηλώνει και εκφράζει ελεύθερα, αλλά και αβίαστα, την επιθυμία του να συμμετέχει σε μια εποπτική ομάδα, διαφορετικά το πλαίσιο της ομάδας αυτής  θα αποτύχει.

  1. Αριθμός συμμετεχόντων.

Δώδεκα κλινικοί ψυχολόγοι θεωρείται το μέγιστο.
Επτά ή οκτώ το επιθυμητό.

  1. Η εξωτερικότητα του χώρου.

Ο χώρος όπου θα πραγματοποιούνται οι ομάδες θα πρέπει να είναι εκτός εργασιακού  χώρου.

  1. Συχνότητα και διάρκεια συνεδριών.

Ως επί το πλείστον, οι συνεδρίες πραγματοποιούνται μια φορά το μήνα και διαρκούν από δύο έως τρεις ώρες.

  1. Η ‘‘εξωτερικότητα’’ του συντονιστή.

Ο συντονιστής της ομάδας εποπτείας οφείλει να είναι ξένος ως προς τον θεσμό (στον οποίο οι κλινικοί ψυχολόγοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους). Ο θεσμός είναι που αποτείνεται σ’ αυτόν για να έχει τις υπηρεσίες του. Δεν πρέπει να είναι γνωστός, αλλά ούτε και να σχετίζεται ιεραρχικά με τους συμμετέχοντες της ομάδας.

  1. Σεβασμός στην εμπιστευτικότητα των ανταλλαγών.

Οι συμμετέχοντες οφείλουν να έχουν εμπιστοσύνη στην ικανότητα του συντονιστή και των λοιπών συμμετεχόντων ώστε να μη δημοσιοποιούν τα λεχθέντα  -  που εμπιστεύονται, εναποθέτουν στην ομάδα.

  1. Η θέση και ο ρόλος του συντονιστή.

Για να διευκολύνει τη διακίνηση του λόγου, που σχετίζεται με τις επαγγελματικές εμπειρίες των συμμετεχόντων, ο συντονιστής των εποπτικών ομάδων δεν μπορεί να τοποθετείται ως ειδήμονας, δηλαδή, ως εκείνος ο οποίος κατέχει τις απαντήσεις. Ο ρόλος τού συντονιστή συνίσταται στο να συνοδεύσει τους κλινικούς ψυχολόγους προς την κατεύθυνση της επεξεργασίας των ζητημάτων που θέτουν (ή δε θέτουν), σχετικά με το  επαγγελματικό τους πρακτέο.

  1. Η ακρόαση της ψυχικής οδύνης.

Η πρώτη φάση της εποπτικής εργασίας συνίσταται στην ακρόαση αυτού που ο Jacques Levine ονομάζει ναρκισσιστικό πλήγμα των κλινικών ψυχολόγων.

  1. Η αναζήτηση νοήματος.

  1.  Η αναζήτηση πιθανών απαντήσεων.

Όταν ο κλινικός ψυχολόγος επερωτά  τις παρεμβάσεις του  σε ένα πλαίσιο ομαδικής εποπτείας, αυτό σημαίνει επίσης ότι στοχάζεται γύρω από  το πώς να τις καταστήσει αποτελεσματικότερες.

  1.  Η εμπλοκή των κλινικών ψυχολόγων που συμμετέχουν στην ομάδα εποπτείας.

Η ομάδα εποπτείας δεν μπορεί να ανταποκριθεί στα προαναφερθέντα παρά μόνο με την εγκαθίδρυση ενός πραγματικού κλίματος εμπιστοσύνης ανάμεσα στον συντονιστή και τους κλινικούς ψυχολόγους.


Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2013

Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2013

" ΜΕ ΠΗΡΑΝ ΓΙΑ ΤΡΕΛΟ...!"

 Ένα ασυνήθιστο ιατρικό πείραμα

(Από τον Δόκτωρ David L. Rosenhan – Ψυχολόγο)

Μετάφραση – Επιμέλεια : 
Νίκος Αγαθοκλέους

              
Ο συγγραφέας αυτού του άρθρου είναι καθηγητής ψυχολογίας και δικαίου στο  πανεπιστήμιο του Stanford, στην Καλιφόρνια. Όπως και άλλοι ψυχολόγοι και ψυχίατροι, έτσι και αυτός, προβληματιζόταν για απλά και θεμελιώδη ερωτήματα αναφορικά με τη σημασία των εννοιών της «τρέλας», της «ψυχικής υγείας», της «σχιζοφρένειας», καθώς επίσης για την αξία και χρησιμότητα του διαγνωστικού και των ψυχιατρικών νοσοκομείων. Αναρωτιόταν πώς μπορούμε να ξεχωρίσουμε το φυσιολογικό από το αφύσικο, εφόσον οι ορισμοί τους αλλάζουν από μια κουλτούρα σε άλλη και ακόμη από τον ένα τόπο στον άλλο. Μήπως είναι αλήθεια, όπως υποστηρίζει η κλασσική ψυχιατρική, ότι η ψυχική νόσος εμφανίζεται δια των συμπτωμάτων και ότι αυτά μπορούν να ταξινομηθούν και ότι  η απουσία τους - ή η παρουσία τους - επιτρέπουν να ξεχωρίσουμε ένα άτομο «φυσιολογικό» από ένα άτομο «αφύσικο»; Για να δώσει ώθηση σε αυτή τη συζήτηση και για να την βγάλει εκτός ακαδημαϊκών θρανίων, ο Δόκτωρ DAVID L. ROSENHAN είχε την φαεινή ιδέα να κάνει το παρακάτω πείραμα:

- Να εισαχθούν άτομα εντελώς φυσιολογικά, που δεν παρουσιάζουν και ποτέ δεν παρουσίασαν ψυχοπαθολογικά συμπτώματα, σε ψυχιατρικά νοσοκομεία, για να διαπιστωθεί κατά πόσο η ψυχιατρική θα ήταν ικανή να τους αναγνωρίσει ως φυσιολογικούς.

              Στην κατάφαση (αν δηλαδή μπορούσαν να αναγνωριστούν ως φυσιολογικοί), ο DAVID L. ROSENHAN υποστήριζε ότι θα αποδεικνυόταν το αδιασάλευτο του ψυχιατρικού διαγνωστικού. Στην άρνηση (αν δηλαδή δεν μπορούσαν να αναγνωριστούν ως φυσιολογικοί), θα αποδεικνύαμε ότι το ψυχιατρικό διαγνωστικό δε μας λέει παρά μόνο ελάχιστα πράγματα για την ψυχική υγεία των ασθενών˙ αντίθετα όμως, μας λέει πάρα πολλά πράγματα τόσο για την νοοτροπία κάποιων ψυχιάτρων όσο και για τους χώρους μέσα στους οποίου παρατηρούν τους υποτιθέμενους ασθενείς τους.

  Παραθέτουμε παρακάτω, συμπτυγμένη, την αφήγηση του DAVID L. ROSENHAN, η οποία δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Science»[1].             

       - ΦΟΒΑΜΑΙ ΤΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ!
      - ΜΗΝ ΠΑΝΙΚΟΒΑΛΛΕΣΑΙ, ΕΙΣΑΙ ΣΤΙΣ ΦΥΛΑΚΕΣ.

Χωρίς να προσποιούνται για ψυχοπαθολογικά συμπτώματα και χωρίς να δώσουν ψευδή βιογραφία, οκτώ άτομα, ψυχικά υγιείς, κατάφεραν να εισαχθούν σε δώδεκα διαφορετικά ψυχιατρικά νοσοκομεία. Τρεις από τους οκτώ ψευδασθενείς ήταν γυναίκες και οι υπόλοιποι πέντε άντρες. Ο νεαρότερος ήταν 23 χρονών και ετοίμαζε τη διδακτορική του διατριβή στην ψυχολογία. Οι υπόλοιποι επτά ασκούσαν ένα επάγγελμα : τρεις ψυχολόγοι, ένας παιδίατρος, ένας ψυχίατρος, ένας ζωγράφος και μια οικοκυρά.
             
Όλοι οι ψευδασθενείς χρησιμοποίησαν  ψευδώνυμα: δεν ήθελαν να στιγματιστούν για το υπόλοιπο της ζωής τους, στην περίπτωση που θα τους διαγίγνωσκαν «ψυχικές διαταραχές». Όλοι, εκτός του ζωγράφου και της οικοκυράς, έδωσαν αναληθή επαγγέλματα διότι ήθελαν να αποφύγουν, λόγω επαγγέλματος, πιθανό ευνοϊκό χειρισμό. Το προσωπικό των νοσοκομείων αγνοούσε τα πάντα όσον αφορά στην παρουσία των ψευδο-ασθενών και τη φύση του πειράματος (εκτός στη περίπτωση τη δική μου, είχα ενημερώσει τον  Νοσοκομειακό Διοικητικό Λειτουργό και τον ψυχολόγο, διευθυντή του νοσοκομείου).

Μια κενή και άτοπη ζωή


- ΜΑ ΤΟΣΟ ΤΡΕΛΟΣ ΕΙΣΤΕ, ΝΑ ΔΕΧΤΕΙΤΕ ΝΑ ΣΑΣ ΠΑΡΟΥΝ ΤΙΣ ΚΑΤΑΘΕΣΕΙΣ ΣΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΑ;
- Ν...ΝΑΙ!
- Ε!, ΛΟΙΠΟΝ, ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΦΥΓΕΤΕ!

              
Τα δώδεκα νοσοκομεία βρίσκονταν σε πέντε διαφορετικές Πολιτείες. Μερικά από αυτά ήταν παλαιού τύπου, ενώ κάποια άλλα ήσαν καινούρια. Ορισμένα από αυτά ήταν αρκετά καλά εξοπλισμένα, ενώ κάποια άλλα είχαν έλλειψη προσωπικού. Ορισμένα εκπαίδευαν μέχρι και ερευνητές. Εκτός από ένα, όλα λάμβαναν κρατική επιχορήγηση.
             
Μετά το κλείσιμο του ραντεβού, ο ψευδασθενής παρουσιάστηκε στην εξέταση (με ενδεχόμενο τη νοσηλεία του) παραπονούμενος ότι άκουγε φωνές. Όταν του ζήτησαν να γίνει πιο συγκεκριμένος, αυτός ανέφερε ότι οι εν λόγω φωνές ήταν, τις περισσότερες φορές, αδιαφοροποίητες και, όταν καμιά φορά ετύγχανε να τις κατανοήσει, αυτές έλεγαν : «κενό», «ανιαρό» και «ουφ!!!». Οι φωνές ήταν άγνωστες και του ιδίου φύλου με τον ψευδασθενή.
             
Τα αναφερόμενα συμπτώματα είναι τα λεγόμενα «υπαρξιακά» και είναι για αυτό τον λόγο που τα είχαμε επιλέξει : λέγεται ότι αυτό το είδος των συμπτωμάτων εμφανίζεται όταν ένα άτομο συνειδητοποιεί επώδυνα ότι η ζωή του είναι άτοπη και αλλόκοτη· είναι σα να έλεγε : «η ζωή μου είναι κενή και αλλόκοτη».
             
Αυτά τα συμπτώματα δεν είναι σε καμία περίπτωση καθαυτά ψυχοπαθολογικά : σε όλη την ψυχιατρική φυσιολογία ουδέποτε αναφέρθηκε, έστω και μια περίπτωση, υπαρξιακή ψύχωση.

              Τέλος, οι ψευδασθενείς δε προσπάθησαν, σε καμία περίπτωση, να παραποιήσουν το ιστορικό τους: τις σχέσεις με τους γονείς τους, τα αδέλφια τους, τους συζύγους τους και τα παιδιά τους, τους φίλους τους στο σχολείο και την εργασία. Μίλησαν για τις απογοητεύσεις και τις έγνοιές τους, τις χαρές και ικανοποιήσεις τους. Αφηγούμενοι την πραγματική ιστορία της ζωής τους, οι ψευδασθενείς ενίσχυαν πλήρως τις πιθανότητες ενός διαγνωστικού για τη ψυχική τους υγεία : η βιογραφία τους και η συμπεριφορά τους, δεν παρουσίαζαν καμία πραγματική ψυχοπαθολογία..

Στα κρυφά

              Ευθύς αμέσως, μετά την εισδοχή τους στο νοσοκομείο, οι ψευδασθενείς έπαψαν να ισχυρίζονται ότι άκουγαν φωνές. Μερικοί παρουσίασαν, για ένα διάστημα, ελαφριάς μορφής νευρικότητα : δεν ανέμεναν η εισδοχή τους να γίνει τόσο εύκολα αποδεκτή και ανησυχούσαν για το ενδεχόμενο να ανακαλύψουν την πανουργία τους και τότε να τους ζητήσουν εξηγήσεις. Παράλληλα, μηδενός εξαιρουμένου, ακόμη και αυτοί που είχαν επανεπισκεπτεί ψυχιατρικό νοσοκομείο, ανησυχούσαν για το τι θα μπορούσε να τους συμβεί, στη συνέχεια.  Η αγωνία τους ήταν επομένως, δεδομένων των περιστάσεων, φυσιολογική· γρήγορα εξαφανίστηκε κι οι ψευδασθενείς συμπεριφέρονταν με τους άλλους ασθενείς, και με το προσωπικό, όσο πιο «φυσιολογικά» μπορούσαν.
             
Μη έχοντας τίποτε άλλο να κάνουν, προσπαθούσαν να μιλήσουν στους άλλους.  Όταν ένα μέλος του προσωπικού τούς ρώτησε  «πώς εξελισσόταν η ψυχική τους υγεία;», αποκριθήκαν λέγοντας ότι «τα συμπτώματά τους είχαν εξαφανιστεί». Υπάκουαν στις οδηγίες του προσωπικού, πήγαιναν στη διανομή φαρμάκων (τα οποία πετούσαν στη συνέχεια) και τον υπόλοιπό τους χρόνο τον χρησιμοποιούσαν καταγράφοντας τις παρατηρήσεις τους. Στην αρχή,  έπαιρναν στα κρυφά σημειώσεις, κατόπιν,  εφόσον κανείς από το προσωπικό δεν έδειξε ενδιαφέρον, άρχισαν να γράφουν ελεύθερα, μπροστά στους άλλους, σε ένα τετράδιο.
             
Όπως οι πραγματικοί ασθενείς αγνοούσαν πότε θα  επέστρεφαν σπίτι τους, έτσι και οι ψευδασθενείς,  αγνοούσαν και αυτοί, πότε θα επέστρεφαν στα δικά τους σπίτια. Για να έπαιρναν εξιτήριο, θα έπρεπε να πείσουν το προσωπικό του νοσοκομείου ότι ήταν ψυχικά υγιείς. Η παραμονή τους στο νοσοκομείο ήταν  τόσο αβάστακτη που όλοι (εκτός από ένα) ευχόντουσαν να φύγουν από την πρώτη κιόλας μέρα της εισδοχής τους. Ήταν λοιπόν προς το συμφέρον τους, να συμπεριφέρονται πολύ «φυσιολογικά» και να είναι πρότυπα καλής  συμπεριφοράς. Εξάλλου, η καλή αυτή συμπεριφορά διαπιστώνεται από τους υπεύθυνους θαλάμων, στις εκθέσεις των οποίων – εκθέσεις τις οποίες, των περισσότερων περιπτώσεων, είχαμε εφοδιαστεί -  σημειώνεται ότι οι ασθενείς ήταν «αγαπητοί», «υπάκουοι», και «δεν παρουσίαζαν αφύσικα σημεία».
             
Παρ’ όλα αυτά, οι ψευδασθενείς ποτέ δεν είχαν ανακαλυφθεί. Όλοι, εκτός ενός, εισήχθησαν με το διαγνωστικό της σχιζοφρένειας, και όταν είχαν πάρει εξιτήριο, στον ιατρικό φάκελο υπήρχε η εξής σημείωση: «σχιζοφρενής σε κατάσταση ύφεσης». Στα μάτια του ιδρύματος λοιπόν, ο ψευδασθενής δεν ήταν ψυχικά υγιής τη στιγμή που εγκατέλειπε το νοσοκομείο : εισήχθη ως σχιζοφρενής, παρατηρείται ύφεση της νόσου του και παραμένει να είναι ταξινομημένος ως σχιζοφρενής. Σε καμία περίπτωση το ίδρυμα είχε αμφιβολίες ως προς την αληθοφάνεια των συμπτωμάτων του ψευδασθενή - ως προς τον ψυχοπαθολογικό του χαρακτήρα.
             
Εντούτοις, δεν έλειπαν από το νοσοκομεία, ούτε τα μέσα ούτε το προσωπικό ούτε και ο χρόνος για να παρατηρήσουν τους ψευδασθενείς: η παραμονή τους στο νοσοκομείο ήταν μέσος όρος δεκαεννέα μέρες (ελάχιστο: επτά· μέγιστο: πενήντα δύο μέρες).  Αν οι ασθενείς δεν εξετάστηκαν κατά τη διάρκεια αυτού του χρόνου επιμελώς, δεν ήταν επειδή δεν υπήρξαν οι ευκαιρίες, όχι βέβαια. Όμως, οι άλλοι ασθενείς έδειξαν να είναι περισσότερο παρατηρητικοί και περισσότερο οξυδερκείς.
             
Κατά τη διάρκεια των τριών πρώτων εισδοχών, για τις οποίες έγινε ένας ακριβής υπολογισμός, 35 στους 118 ασθενείς εκδήλωσαν με έντονα ενεργητικό τρόπο, την καχυποψία τους, τουλάχιστον για ορισμένους ψευδασθενείς : «Δεν είστε τρελοί, είστε δημοσιογράφος ή καθηγητής. Ήρθατε για να επιθεωρήσετε το νοσοκομείο». Οι ψευδασθενείς δήλωναν ότι ήταν πραγματικά άρρωστοι, πριν την εισδοχή τους, και τώρα είναι καλά. Οι περισσότεροι από τους ασθενείς τούς είχαν πιστέψει, όμως, κάποιοι παρέμεναν ανένδοτοι στην αρχική τους διαπίστωση. Ένα είναι το γεγονός : οι ασθενείς ήξεραν να αναγνωρίζουν καλύτερα, και  συχνά, τα φυσιολογικά άτομα, ενώ το προσωπικό παρουσιαζόταν ανίκανο να το πράξει.
             
Η εξήγηση του παραπάνω φαινομένου έγκειται στο γεγονός ότι οι γιατροί είναι περισσότερο επιρρεπείς στο να διαγιγνώσκουν μια ασθένεια σε ένα υγιές άτομο, παρά να διαπράττουν το αντίθετο λάθος. Είναι λιγότερο επικίνδυνο όταν ξεγελιόμαστε  διαγιγνώσκοντας μια ασθένεια εκεί που δεν υπάρχει, παρά να διαγνώσουμε μια αψεγάδιαστη υγεία σε ένα άτομο. Ωστόσο, το επιχείρημα αυτό προβάλλεται περισσότερο στην ιατρική παρά στην ψυχιατρική,  διότι οι ψυχικές ασθένειες, σε αντίθεση με τις σωματικές, είναι ατιμωτικές κι η διάγνωσή τους αφαιρεί από τον υποτιθέμενο ασθενή τα νομικά, κοινωνικά και επαγγελματικά του δικαιώματα. 

Το αντίστροφο λάθος

Για να διαπιστώσουμε επίσης κατά πόσο η τάση για διάγνωση ασθένειας σε υγιείς ανθρώπους μπορούσε να αντιστραφεί, κάναμε το εξής πείραμα : σε ένα πανεπιστημιακό και ερευνητικό νοσοκομείο, του οποίου το προσωπικό αμφέβαλλε κατά πόσο ένα τέτοιο διαγνωστικό λάθος  μπορούσε να συμβεί στο δικό τους νοσηλευτικό κέντρο, ανακοινώσαμε ότι στους επόμενους τρεις  μήνες  ένας ή περισσότεροι ψευδοασθενείς θα επιχειρούσαν να εισαχθούν στο νοσοκομείο για νοσηλεία. Ζητήθηκε από το κάθε μέλος του προσωπικού να βαθμολογήσει τον καθένα από τους νέους ασθενείς  δίνοντας ένα βαθμό από το 1 μέχρι το 10.  Η βαθμολογία 1 και 2 θα εξέφραζε το «σχεδόν βέβαιο» ότι ο νέος ασθενής ήταν ψευδασθενής. [συνεχίζεται…]





[1] Η μετάφραση έγινε από τη γαλλική έκδοση:  LE TEMPS  DES «FOLIES» ET LES ESPACES DE LEURS «GUERISONS»
[Συστήνεται η ανάγνωση του άρθρου στην ολότητά του]



Δευτέρα 26 Αυγούστου 2013

Διαδικτυακές ψυχοθεραπευτικές πρακτικές και μελλοντικές προοπτικές

Του ΝΙΚΟΥ ΑΓΑΘΟΚΛΕΟΥΣ


Παρουσίαση του παραπάνω θέματος στο πλαίσιο του

3ου Πανελλήνιου Διεπιστημονικού Συνεδρίου
ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗΛΕΜΑΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
Θέμα:
ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΣ – ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ
&
ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ, ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗΡΗΣΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ
ΤΩΝ ΨΥΧΙΚΑ ΑΣΘΕΝΩΝ

16 - 17 Μαίου 2013
Royal Olympic Hotel (Μετρό Ακρόπολη)

ΤΟΠΟΣ
@ΨΥΧΟΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ


Περίληψη εισήγησης


Επιχειρούμε μια ανασκόπηση της διεθνής κατάστασης όσον αφορά στην «κυβερνοψυχοθεραπεία».  Παραθέτουμε από τη μια κάποια ερευνητικά δεδομένα και  σημειώνουμε τις ενεστώσες αλλά και μελλοντικές τάσεις της εικονικής κλινικής πρακτικής και από την άλλη τα διάφορα τηλεματικά πλαίσια εν χρήσει εξετάζοντας τα εγγενή χαρακτηριστικά τους, την επίδρασή τους στον ασθενή και τον θεραπευτή, καθώς επίσης και την αποτελεσματικότητά τους. Παράλληλα, καταγράφουμε τις νέες προβληματικές που προκύπτουν μέσα από την ανάπτυξη των ούτως ειπείν ‘‘ψηφιακών ψυχοθεραπευτικών πρακτικών’’, όπως, ηθικά, δεοντολογικά, επαγγελματικά ζητήματα, αλλά και ζητήματα που άπτονται της εικονικής σχέσης. Τέλος, επισημαίνουμε την ανάγκη συλλογικού στοχασμού γύρω από τις ‘‘online’’ ψυχοθεραπευτικές πρακτικές.
  
Κινηματογραφημένη εισήγηση στον παρακάτω σύνδεσμο :



Τρίτη 11 Ιανουαρίου 2011

Η πρακτική εκπαίδευση / εξάσκηση 
των μελλοντικών ψυχολόγων



Νίκου Αγαθοκλέους 
κλινικού ψυχολόγου Α'

ΑΝΑΖΗΤΕΙΤΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΕΞΑΣΚΗΣΗ


Παραθέτουμε κάποιες σκέψεις για το πλαίσιο και άλλα συναφή θέματα, που αφορούν στην πρακτική εκπαίδευση των μελλοντικών ψυχολόγων,
με αφορμή την κλινική πρακτική εξάσκηση των φοιτητών κλινικής ψυχολογίας (διδακτορικό επίπεδο)του Πανεπιστημίου Κύπρου, πρακτική η οποία ξεκίνησε να  προσφέρεται, το 2010, από τους κλινικούς ψυχολόγους τού Τμήματος των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας. 

Σε ό,τι αφορά στην εκπαίδευση των ψυχολόγων [φοιτητών], ο ψυχολόγος αναφοράς [επαγγελματίας ψυχολόγος] διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο. Η αντιμετώπιση των επί τόπου πραγματικοτήτων, της επί τόπου (in situ) κλινικής  πραγματικότητας, προϋποθέτει μια εποπτική εργασία μέσα από παρεμβάσεις βασισμένες στην ανταλλαγή, τη συνοδεία και μια εξαιρετική ευρύτητα πνεύματος (Lefèvre F., 2009).

Το επάγγελμα του κλινικού ψυχολόγου είναι όλος διόλου διαφορετικό από οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα που αφορά την υγεία (Castro, 2002), και επομένως απαιτεί μια ιδιότυπη εκπαίδευση, που μόνο η πρακτική εξάσκηση με ένα ΄΄κλινικό ψυχολόγο αναφοράς΄΄ μπορεί να του την προσφέρει (Lefèvre, ό.π.).
Το να έχετε την ανάγκη να φοράτε καπέλο, αυτό είναι αφύσικο...

Δε χωρεί καμιά αμφιβολία ότι η εκπαίδευση των μελλοντικών ψυχολόγων είναι πολύπλοκη. Αυτή η πολυπλοκότητα, μεταξύ άλλων, έγκειται στην «έλλειψη δεσμών ανάμεσα στους διδάσκοντες πανεπιστημιακούς και των επαγγελματιών ψυχολόγων» (Samacher, 1999).

Θέτουμε ορισμένα ερωτήματα :
Τι είναι αυτό που συμβάλλει στο να γίνει ένας φοιτητής ψυχολογίας ψυχολόγος; 

Τι είδους εφόδια απαιτούνται από αυτόν να κατέχει, ώστε να είναι σε θέση να επιτελέσει αυτή τη λειτουργία; 
Με ποιον τρόπο ο φοιτητής, μέλλον ψυχολόγος, θα μπορούσε να εξελιχθεί, αλλά και να τοποθετείται σε μια εν εξελίξει κοινωνία; (Lefèvre, ό.π.)

Προκύπτει λοιπόν το εξής ερώτημα : 

Από τον διδάσκοντα πανεπιστημιακό, από τον επαγγελματία ψυχολόγο αναφοράς μέχρι το φοιτητή μέλλοντα ψυχολόγο, ποια δύναται να είναι η εκπαίδευση (Lefèvre, ό.π.);  Ποιο θα ήταν επομένως αυτό το πλαίσιο, που θα μπορούσε να συμβάλει αποτελεσματικά στην εκπαίδευση του μέλλοντα ψυχολόγου; Δεν είναι εξ άλλου ένας από τους στόχους της πρακτικής εξάσκησης να φέρει σε αντιπαράθεση τον φοιτητή με την επί τόπου «κλινική πραγματικότητα, να συμβάλει στην απο-εξιδανίκευση τής ΄΄γνώσης΄΄,  αλλά, επίσης, να τον φέρει αντιμέτωπο με τις ΄΄παραστάσεις΄΄», που έχει για το επάγγελμα του κλινικού ψυχολόγου και των χώρων  απ’ όπου προσφέρονται οι κλινικές ψυχολογικές υπηρεσίες, έτσι ώστε να «συλλάβει το επάγγελμα του κλινικού ψυχολόγου όπως είναι στην πραγματικότητα;» (Lefèvre, ό.π.).

Κάποιες διευκρινίσεις σε ό,τι αφορά στους όρους :
Εποπτικός  [ο ρόλος του επαγγελματία ψυχολόγου είναι εποπτικός], με την ευρεία έννοια,  αναφέρεται σε αυτόν «που εξυπηρετεί την αντίληψη παρέχοντας άμεσα ερεθίσματα, ώστε να είναι δυνατή η επί τόπου παρατήρηση» (Μπαμπινιώτης, 2006) και 

ο όρος αναφοράς [επαγγελματίας ψυχολόγος αναφοράς], παραπέμπει σε ένα
«χρήσιμο πρόσωπο για γενικότερη πληροφόρηση…ή και για ειδική πληροφόρηση…, από το οποίο αντλεί ο χρήστης συγκεκριμένες πληροφορίες»  (ό.π.). 

Ενώ ο επαγγελματίας ψυχολόγος ως σημείο αναφοράς, αναφέρεται σε «οτιδήποτε θεωρείται δεδομένο και κριτήριο για τον καθορισμό ομοειδών προς αυτό στοιχείων· πρόσωπο ή πράγμα στο οποίο αναφέρονται όλοι» (ό.π.), όρο τον οποίο δεν υιοθετούμε.

Έτσι, οι πλέον δόκιμοι όροι θα μπορούσαν να ήταν  ο επαγγελματίας ψυχολόγος αναφοράς και ο εποπτικός, δηλαδή θα μπορούσε να ειπωθεί ότι ο  ρόλος  τού επαγγελματία ψυχολόγου είναι εποπτικός και

όχι ο ΄΄επόπτης επαγγελματίας ψυχολόγος΄΄ ή απλά ΄΄επόπτης΄΄, όρος που αναφέρεται σε «ιεραρχικά ανώτερο» πρόσωπο ή «αρμόδιο» με μια πρώτη έννοια και με μια δεύτερη έννοια αναφέρεται σε «πρόσωπο το οποίο έχει την ευθύνη και τον έλεγχο τής σωστής και νόμιμης λειτουργίας…» (ό.π.) για οτιδήποτε (θεσμούς, πρόσωπα, κ.λπ.), όρος που θέτει κατά τινά τρόπο υπό αμφισβήτηση την αυτονομία τού φοιτητή. 

Από την άλλη μεριά, ο όρος επαγγελματίας ψυχολόγος αναφοράς συνάδει πολύ περισσότερο με τον επαγγελματισμό του κλινικού ψυχολόγου, όρος ο οποίος προβάλλει ήδη την ιδέα μιας μορφής ανταλλαγής, μειώνει την ανισότητα, έστω κι αν αυτή εκ των πραγμάτων παραμένει, θέτοντας σε κινητικότητα την αναγνώριση και κάποια μορφή αμοιβαίας υπευθυνότητας.

Συνοδεία (ακομπανιαμέντο)
Η μοναδικότητα τής εμπειρίας την οποία βιώνει ο εκπαιδευόμενος φοιτητής, με τον  «παππού»  ή «γιαγιά»  κλινικό ψυχολόγο αναφοράς, «τον βοηθά στη νοηματοδότηση για ό,τι απηχεί μέσα του σχετικά με την ιδέα, ότι και αυτός, με τη σειρά του θα γίνει ψυχολόγος». Του επιτρέπει η εμπειρία αυτή να θέσει και να απαντήσει στο ερώτημα: 

«Τι είναι αυτό που συμβάλει σε αυτή την κλινική κατάσταση, σε αυτό το χώρο, ώστε εγώ να κατέχω μια θέση ψυχολόγου;» (Lefèvre, ό.π.).

Ανταλλαγή
Μέσα από την εποπτική εργασία ο κλινικός ψυχολόγος αναφοράς ΔΕΝ λειτουργεί ως «δάσκαλος», ο οποίος υποτίθεται ότι γνωρίζει τα πάντα, για το τι οφείλει να πράττει ένας εκπαιδευόμενος φοιτητής στην ψυχολογία, καθώς επίσης και πώς οφείλει να συμπεριφέρεται για να γίνει κλινικός ψυχολόγος, αλλά και σε καμία περίπτωση παρεμβαίνει στην προσωπικότητα του φοιτητή ή της φοιτήτριας ψυχολογίας.

Αυτή η ανταλλαγή συμβάλλει στην εξύψωση των εκπαιδευόμενων ψυχολόγων και στη διαμόρφωση μιας ρεαλιστικής εικόνας τού επαγγέλματος τού κλινικού ψυχολόγου.

Μια σημαντική παράμετρος σε ό,τι αφορά στην ανταλλαγή των δύο «πρωταγωνιστών», βρίσκεται στον Κώδικα Δεοντολογίας των Ψυχολόγων, ο οποίος ως θεμελιώδες «σημείο αναφοράς» είναι σε θέση να οριοθετήσει και να δώσει πολλαπλά ερεθίσματα για ανταλλαγή με τον κλινικό ψυχολόγο αναφοράς, όπως αυτά κινητοποιούνται μέσα από την κλινική εμπειρία τού εκπαιδευόμενου κλινικού ψυχολόγου, αλλά και μέσα από την έκθεσή του στον ίδιο τον θεσμό (νοσοκομείο, ψυχιατρική κλινική, κέντρα συμβουλευτικής και ψυχολογικής υποστήριξης κ.λπ), αλλά και με άλλους επαγγελματίες.

Συμπεράσματα
·       Οι ασκούμενοι κλινικοί ψυχολόγοι θα πρέπει να πληρώνονται εφόσον θα εργάζονται.

·       Προτιμούμε τον όρο «κλινικός ψυχολόγος αναφοράς», διότι συνάδει καλύτερα με τον επαγγελματισμό του κλινικού ψυχολόγου.

·       Απαιτείται η νομική κατοχύρωση ενός κώδικα δεοντολογίας των ψυχολόγων. Μπορεί να συσταθεί μια επιτροπή ανάμεσα σε διδάσκοντες / ερευνητές ψυχολόγους,  κλινικούς ψυχολόγους τού Τμήματος, σχολικούς ψυχολόγους και επαγγελματικούς συνδέσμους ψυχολόγων για συντονισμό και προώθηση αυτού του ζητήματος.

·       Σε συνάρτηση με την έλλειψη δεσμών ανάμεσα στο τμήμα ψυχολογίας του πανεπιστημίου Κύπρου και τους κλινικούς ψυχολόγους αναφοράς τού τμήματος κλινικής ψυχολογίας των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας.,  «αν επιθυμεί το πανεπιστήμιο να εκπαιδεύσει τους φοιτητές του, θα όφειλε να επιτρέψει στους κλινικούς ψυχολόγους αναφοράς να συμβάλουν στην αρχική [προπτυχιακή] εκπαίδευση [των φοιτητών ψυχολογίας], πέραν της συμμετοχής των κλινικών ψυχολόγων αναφοράς με τους πανεπιστημιακούς στην επιλογή των φοιτητών για πρακτική εξάσκηση» (Lefèvre, ό.π.).